Ακούμπησε το χέρι του πάνω στο τραπέζι. Τα δάχτυλα του ήταν δαγκωμένα. Ό,τι
καύκαλο είχε απομείνει μαρτυρούσε τα άλλοτε καλοσχηματισμένα νύχια του.
Της είχε υποσχεθεί πολλές φορές ότι θα σταματούσε, αλλά δεν τα κατάφερνε.
Όταν έφτανε εκείνη η στιγμή, τα δάχτυλα του ανέβαιναν αυτόματα στο στόμα. Χρόνια
τώρα λειτουργούσαν ως εξιλαστήρο θύμα. Λες κι όταν τα πιπιλούσε γαλήνευε η
σκέψη.
Υποδηλώναν αδυναμία, γι΄αυτό δεν της άρεσε. Ήξερε ότι όσο πιο φαγωμένα
ήταν, τόσο περισσότερη αγωνία είχε επιτρέψει να τον κατακλύσει. Και ήθελε τον
άντρα αποφασιστικό, χωρίς ανασφάλειες. Εκείνος το διαισθανόταν και
στεναχωρημένος τα δάγκωνε ακόμα πειρσσότερο.
Μα πιο πολύ απ’ όλα, την πείραζε ότι η υπερηφάνεια του της απαγόρευε να αγγίξει
την αιτία των δαγκωμένων δαχτύλων. Λαχταρούσε να μπει στις σκέψεις του και να
τις απαλύνει. Να βάλει πίσω ένα ένα τα κομματάκια και να συμπληρώσει τα λειψά
νύχια του. Μπορεί να μην τα είχει δει
ποτέ της ολόκληρα, όμως ήξερε πως έμοιαζαν. Ήταν όμορφα σαν κι εκείνον.
No comments:
Post a Comment